διώκω


διώκω
διώκω, δίωξα βλ. πίν. 25 (προφ. δι-ώκω)
——————
Σημειώσεις:
διώκω, διώκομαι : το ρήμα σημαίνει υποβάλλω σε (δικαστική κυρίως) δίωξη και δεν πρέπει να συγχέεται με το διώχνω απομακρύνω βίαια από κάπου.

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.